Οι περιπέτειες του «Σεβάχ του Θαλασσινού» που διαβάζουμε στις «Χίλιες και μία νύχτες», αποτελούν ένα
λαμπρό δείγμα της προφορικής λογοτεχνίας της
Μέσης Ανατολής. Πρόκειται για ένα μωσαϊκό από ινδικές, περσικές και
αραβικές λαϊκές παραδόσεις που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια αιώνων. Εύκολα
διακρίνει κανείς τη λογοτεχνική του συγγένεια με την Ομηρική «Οδύσσεια». Ο Σεβάχ, ως ένας ανατολίτης «πολύτροπος» ήρωας, έρχεται
αντιμέτωπος με το υπερφυσικό, αντιμετωπίζοντας μυθικά πλάσματα που θυμίζουν
έντονα τον Κύκλωπα ή τις Σειρήνες. Ωστόσο, ενώ η Οδύσσεια θεμελιώνεται στον «νόστο»,
ο Σεβάχ κινείται από μία ακόρεστη περιέργεια για το άγνωστο και την αναζήτηση
της ευημερίας, αναδεικνύοντας το πνεύμα της χρυσής εποχής του Ισλάμ. Το έργο
είναι ένας ύμνος στην ακατάβλητη ψυχική δύναμη και τη σοφία που κερδίζεται μέσα από τις δοκιμασίες. Ο
Σεβάχ μεταμορφώνει κάθε καταστροφή σε μάθημα ζωής, αποδεικνύοντας ότι η μοίρα
είναι ένα πεδίο δράσης όπου η εξυπνάδα και η επιμονή καθορίζουν την επιβίωση.
Μέσα από τη διαρκή επιστροφή του στη θάλασσα, το έργο δείχνει ότι η αληθινή
ολοκλήρωση βρίσκεται στην αέναη αναζήτηση νέων εμπειριών.
Μελετώντας το πλούσιο υλικό της παράδοσης,
ο Γιώργος Τζαβάρας γράφει ένα
πρωτότυπο και ολοκληρωμένο θεατρικό έργο για τους μικρούς θεατές. Στη διασκευή
του, ο Χεβάχ, ένας φτωχός κουβαλητής, φτάνει στη Βαγδάτη ύστερα από κοπιαστικό
ταξίδι για να παραδώσει έναν σάκο. Η συνάντησή του με τον θρυλικό Σεβάχ, τον
ξακουστό θαλασσοπόρο, γίνεται αφορμή για έναν βαθύ προβληματισμό γύρω από τη
μοίρα, την τύχη και την ανισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους. Μπροστά στη χλιδή
και την άνεση της ζωής του Σεβάχ, ο Χεβάχ αφήνεται στην πίκρα και τον θυμό του,
εκφράζοντας το παράπονο του ανθρώπου που μοχθεί χωρίς ανταμοιβή. Ο Σεβάχ, όμως,
αντί να τον «τιμωρήσει», τον καλεί να γνωρίσει την άλλη όψη της ιστορίας του.
Ένα μαγικό τουρμπάνι γίνεται το μέσο που επιτρέπει στον Χεβάχ να περάσει από
τον ρόλο του θεατή στον ρόλο του πρωταγωνιστή και να βρεθεί ο ίδιος μέσα σε
έναν κόσμο θαλασσινών ταξιδιών, κινδύνων και απρόβλεπτων συναντήσεων.
Η εύρυθμη και ευρηματική σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβάρα αξιοποιεί τον ενεργό ρόλο του
φαντασιακού στη διαδικασία της μάθησης, ξεδιπλώνοντας διαδοχικές και οπτικά
εντυπωσιακές εικόνες που επιτρέπουν σε μικρούς και μεγάλους θεατές να
αναγνωρίσουν οικουμενικές αλήθειες μέσα από το παραμύθι, να αναπτύξουν την
ενσυναίσθηση και την κριτική σκέψη. Μέσα από τα
σκηνικά και τα κοστούμια της Γεωργίας
Μπούρδα αλλά και το εικαστικό τοπίο του Χάρη Κουντούρη – ένας συνδυασμός φυσικών σκηνικών και ψηφιακών
προβολών – δημιουργείται ένα οπτικοακουστικό περιβάλλον που ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις και προωθεί τη
βιωματική εμπειρία. Η πρωτότυπη μουσική (που εκτελείται ζωντανά επί σκηνής) και
οι στίχοι εμπλουτίζουν την αφήγηση. Το μήνυμα του λόγου, οι έννοιες του θάρρους
και της φιλίας παύουν να είναι απλά λόγια και γίνονται μια ζωντανή εμπειρία που
ο θεατής παίρνει μαζί του φεύγοντας, κρατώντας την ουσία του ταξιδιού ζωντανή
για καιρό.
Οι ταλαντούχοι ηθοποιοί της παράστασης
ανταποκρίνονται επάξια στις απαιτήσεις των πολλαπλών ρόλων. Οι εκφράσεις τους,
η κίνησή τους, η ενέργειά τους κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού. Ο Γιώργος Αντωνόπουλος (Χεβάχ), ο Αλέξανδρος Βαμβούκος (Σεβάχ, Μιχράζ,
Κύκλωπας), ο Γιώργος Κυδωνάκης
(Αζίζ), ο Μιχάλης Ζαχαρίας (Ρασίντ),
η Ιωάννα Καλλιτσάντση (Σεχραζάτ,
Ναυτάρας) και η Γεωργία Σωτηριανάκου
(Αλί, Φατιμά) επιτρέπουν στις αξίες του έργου να αναδειχθούν οργανικά μέσα από τη δράση
και γίνονται «οδηγοί» σε ένα ταξίδι όπου οι σκέψεις για τη ζωή και την
περιπέτεια προκύπτουν μέσα από τη χαρά του παιχνιδιού και τη μαγεία του
παραμυθιού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου